Μία από τις πιο διασκεδαστικές υπερφίαλες συνήθειες που μοιράζομαι με φίλες, είναι να στεκόμαστε μπροστά από βιτρίνες με «θείτσικα», να περιεργαζόμαστε και να σχολιάζουμε τις δημιουργίες....
«Θείτσες» και fashionistas
Πολλές φορές τα μαγαζιά με τα θείτσικα, τα οποία «εμείς οι fashionistas» σνομπάρουμε και προσπερνάμε, βρίσκονται δίπλα σε άλλα, με γνωστές, «αξιοσέβαστες» επωνυμίες, μπροστά από τα οποία οι περισσότερες κάνουμε πάντα μια στάση. Σε ένα πρόσφατο ανέμελο σεργιάνι μας, λοιπόν, στους εμπορικούς πεζοδρόμους του Περιστερίου, παρατήρησα για άλλη μια φορά ότι αρκετά από τα λεγόμενα «δημοφιλή» καταστήματα μόστραραν περήφανα στις βιτρίνες τους παρόμοιες με τα θείτσικα δημιουργίες, πείθοντας ενδεχομένως κάποιες καταναλώτριες να αγοράσουν κάτι που ειδάλλως δεν θα αγόραζαν αν το έβλεπαν π.χ. σε μια βιοτεχνία της γειτονιάς. Πολύχρωμες κεντημένες πέτρες, πλεκτά που θύμιζαν εργόχειρα, αταίριαστοι χρωματικοί συνδυασμοί και σχέδια. Και για άλλη μια φορά προέκυψε το ερώτημα πόσο “original” και προσωπική είναι η άποψή μας για τη μόδα, για το chic και το kitsch. Κοίτα (όχι, κοίτα) τις δύο φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο και πες ειλικρινά ότι το φόρεμα της Stella McCartney δεν σου θυμίζει πλαστικό τραπεζομάντιλο ή ότι τα παρακάτω «σταράκια» δεν ανήκουν μόνο σε μουσειακά ράφια για λόγους αρχείου αλλά και στους δρόμους της καθημερινότητας (αμφότερα από τις συλλογές Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011). Θα τα αγόραζες αν δεν έβλεπες ποια υπογραφή φέρουν…;
Φυσικά δεν ανακαλύπτουμε την Αμερική σημειώνοντας πόσο κατευθυνόμενα είναι τα αποδεκτά trends. Αυτό είναι γνωστό από τότε που το παιδάκι φώναξε «ο βασιλιάς είναι γυμνός» και από ακόμα παλιότερα. Απλά στην παρούσα οικονομική συγκυρία, όπου βλέπουμε συχνότερα να βάζουν λουκέτο μαγαζιά δίνοντας αρκετές φορές τη θέση τους σε διεθνείς ή εγχώριες γνωστές αλυσίδες, αυτός ο fashion προβληματισμός προβάλλει πιο έντονα.
Ο μόρτης έχει στυλ
Τον Ιανουάριο που μας πέρασε, επισκέφθηκα την έκθεση Femmina, όπου ελληνικά και ξένα brands παρουσίαζαν σε εμπόρους τις κολεξιόν τους για την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 2011. Η παρουσία δημοσιογράφων σε μια τέτοια έκθεση μάλλον δεν είναι σύνηθες φαινόμενο κι έτσι οι διοργανωτές και οι συμμετέχοντες ήταν εν πολλοίς απροετοίμαστοι γι’ αυτό. Ενώ είχα ενημερώσει σχετικά, και είχα λάβει επιβεβαίωση ότι θα με περιμένει στην είσοδο η διαπίστευσή μου, όταν έφθασα στην υποδοχή, δεν υπήρχε πουθενά το όνομά μου και ξαναέδωσα τα στοιχεία μου. Στον κυρίως χώρο της έκθεσης, εκτός από κάποια γνωστά brands, μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων ανήκε σε λιγότερο γνωστές ή άγνωστες στο ευρύ κοινό βιοτεχνίες και εταιρείες. Σε όποιο περίπτερο έβλεπα κάτι ενδιαφέρον, σταματούσα ζητώντας πληροφορίες για δημοσιογραφικό υλικό. Στην καλύτερη περίπτωση με παρέπεμπαν σε υποτυπώδη sites ή κρατούσαν τα στοιχεία μου για να μου στείλουν υλικό αφού γινόταν η φωτογράφιση για τις ανοιξιάτικες κολεξιόν. Δεν έλαβα ποτέ τίποτα κι από κανέναν…
Χαρακτηριστική πάντως -όσο και γλυκιά στην ιδιαιτερότητά της- ήταν η περίπτωση ενός βετεράνου χονδρέμπορα δερμάτινων αξεσουάρ. Ήθελα να φωτογραφίσω ένα χρωματιστό σανδάλι από την συλλογή της οποίας ήταν εκπρόσωπος, αλλά η μνήμη του κινητού μου ήταν γεμάτη, και ρώτησα αν το κομμάτι υπάρχει σε κάποιο διαφημιστικό φυλλάδιο. Επειδή δεν υπήρχε κάτι τέτοιο, με πλησίασε παίζοντας πάντα με το κομπολόι του, και σε άπταιστα «μόρτικα», διαβεβαίωσε πως κάτι θα γίνει για την «μαντμαζέλ», δίνοντάς μου ένα σχετικό τηλέφωνο. Η απόσταση μεταξύ του μάγκα που ήταν «ωραίος», των βλεμμάτων απορίας και αμηχανίας μπροστά στο άκουσμα της παρουσίας ενός δημοσιογράφου στην έκθεση από τη μία, και στην άψογη οργάνωση του marketing των γνωστών και δημοφιλών brands από την άλλη, δεν μπορούσε παρά να χτυπήσει ένα νεύρο ευαισθησίας.
Save the world in style
Αν υπάρχουν λόγοι για να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες εμπορικές επιχειρήσεις, χρειάζεται αφενός μεν οι καταναλώτριες να μην είμαστε προκατειλημμένες, και αφετέρου ο «παραδοσιακός» εμπορικός κόσμος να βοηθήσει τον εαυτό του, όχι μόνο παρέχοντας ποιότητα που πολλές φορές είναι ανώτερη του εμπορεύματος των “hot” brands, αλλά και μαθαίνοντας τις τεχνικές ενός -καινούργιου για τον ίδιο- χώρου, αυτού του marketing και της προσέλκυσης πελατείας με σύγχρονους τρόπους. Αυτό δεν σημαίνει ότι σώνει και καλά οι μικρότεροι ή «παραδοσιακοί» έμποροι πρέπει να μυηθούν σε στυλιστικούς κώδικες ή να παραστήσουν κάτι που δεν είναι και που στο κάτω-κάτω θα έπληττε την αυθεντικότητά τους. Το «εμπορικό δαιμόνιο» ωστόσο είναι ικανότητα που μπορεί να υπάρχει και στις δύο «σχολές», τόσο στην παραδοσιακή όσο και στην μοντέρνα. Γι’ αυτό η ευκολία και η μείωση του διαφημιστικού κόστους που παρέχουν σήμερα τα ηλεκτρονικά μέσα, θα πρέπει να αποτελέσει βασική υποστηρικτική απαίτηση αυτών των εμπόρων από τους φορείς που τους εκπροσωπούν συλλογικά, αν δεν αποτελεί ήδη βασική μέριμνα των συλλογικών τους οργάνων. Αν όχι αυτών, τουλάχιστον των «κληρονόμων» των οικογενειακών επιχειρήσεων, αφού συνηθίζεται αυτές να «περνούν» στα παιδιά.
Όσο για τις ίδιες τις καταναλώτριες, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει να είμαστε λιγότερο προκατειλημμένες, αν τυχόν μας ενδιαφέρει οι αγορές μας να είναι περαιτέρω opinionated, όπως συμβαίνει και με το “ethic chic”. Εξάλλου, σύμφωνα με αναφορά του οργανισμού παροχής επαγγελματικών υπηρεσιών Deloitte, οι γυναίκες εργαζόμενες και καταναλώτριες κρατούν στα χέρια τους τις τύχες της οικονομίας, καθώς -μεταξύ άλλων- τους αναλογούν 20 τρις δολάρια μερίδιο κατανάλωσης και ποσοστό 80% επηρεασμού των αγοραστικών αποφάσεων παγκοσμίως. Είτε όλα αυτά έχουν ρεαλιστική βάση και αντίκρυσμα είτε όχι, give it a try. Μπορεί τελικά, αντί να νομίζεις πως τα παραπάνω δεν σε αφορούν και ότι το μόνο που θες είναι ένα έτοιμο ρεπορτάζ αγοράς, να ανακαλύψεις ποιότητες, ευκαιρίες και στυλ που δεν φανταζόσουν. Πώς νομίζεις ότι έγινε trend setter η Κέιτ Μος; Ναι, πάλι αυτό το γνωστό, μα τόσο ρεαλιστικό παράδειγμα!
